ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Όπως ορίζεται και στον Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 αρ.35 παρ.3), "ο δικηγόρος οφείλει να ενημερώνει τον εντολέα του για όλους τους θεσμούς και τις δυνατότητες εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών και γενικά να συμβάλλει στην επίλυση αυτών με οποιονδήποτε τρόπο προς όφελος του εντολέα του."

Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών, οι οποίοι έχουν ενταχθεί ήδη στην ελληνική έννομη τάξη, είναι: η Διαμεσολάβηση, η Διαιτησία, η Δικαστική Μεσολάβηση και η Συμβιβαστική Επίλυση της διαφοράς.

Το πρώτο Κέντρο Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (Alternative Dispute Resolution Center) στην Ελλάδα είναι το ADRpoint (www.adrpoint.gr), το οποίο έχει την έγκριση της Αρμόδιας Αρχής, είναι επίσημος Φορέας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, κοινοποιημένος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με βάση την Οδηγία 2013/11/ΕΕ και φορέας επίλυσης της Ευρωπαϊκής Πλατφόρμας Ηλεκτρονικής Επίλυσης Διαφορών.

(παρακάτω παρατίθεται το αντικείμενο κάθε εναλλακτικού τρόπου επίλυσης και η διαφορά του από τον θεσμό της διαμεσολάβησης)

Η διαμεσολάβηση ("mediation") είναι μία εκούσια διαδικασία, κατά την οποία ένας ουδέτερος τρίτος (ο διαμεσολαβητής) βοηθά τα αντίδικα μέρη να επιτύχουν μια αμοιβαία και κοινά αποδεκτή συμφωνία. Στην διαμεσολάβηση, η οποία στην Ελλάδα δύναται να εφαρμοστεί σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως ο σχετικός νόμος ορίζει, μπορούν να υπαχθούν διαφορές ιδιωτικού ενδοτικού δικαίου, δηλαδή υποθέσεις που τα αντίδικα μέρη έχουν την εξουσία να "διαθέτουν" το αντικείμενο της διαφοράς τους. Αποκλείονται κατά συνέπεια διαφορές δημοσίου δικαίου, καθώς επίσης και διαφορές ιδιωτικού δικαίου, για τις οποίες υπάρχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου που ορίζει, ότι για την επίλυσή τους τα μέρη πρέπει οπωσδήποτε να προσφύγουν στα δικαστήρια.

Ο θεσμός της Διαιτησίας εξασφαλίζει στα μέρη την ταχεία διευθέτηση των εμπορικών διαφορών σε αποκλειστικά σύντομες προθεσμίες σε αντίθεση από την χρονοβόρα διαδικασία των τακτικών δικαστηρίων.  Οι διαιτητικές αποφάσεις εκδίδονται σε μικρό χρονικό διάστημα και χωρίς μεγάλο οικονομικό κόστος, δεδομένου ότι η αμοιβή για την διαιτησία καθορίζεται αναλόγως της αξίας της απαίτησης και βάση του ειδικού πίνακα του ΚΠολΔ.

Στην διαιτησία (όπως αυτή ορίζεται στον ΚΠολΔ, αρ.867 επ.) μπορούν να υπάγονται όλες οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, αν τα μέρη που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Εξαιρούνται οι διαφορές που έχουν σχέση με την παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Τα μέρη μπορούν να υπάγουν σε διαιτησία ακόμη και μελλοντικές διαφορές αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται η συμφωνία να είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές. Η συμφωνία για διαιτησία μπορεί να γίνει ακόμη και ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Διαιτητές μπορούν να οριστούν ένας ή περισσότεροι, καθώς και ολόκληρο δικαστήριο. Αν με τη συμφωνία για διαιτησία δεν ορίζονται οι διαιτητές ή ο τρόπος του ορισμού τους, το κάθε μέρος ορίζει ένα διαιτητή. Αν οι διαιτητές είναι περισσότεροι και με τη συμφωνία για διαιτησία δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διαιτητές οφείλουν να ορίσουν τον επιδιαιτητή. Ο ορισμός διαιτητή από κάποιο από τα μέρη, ο ορισμός επιδιαιτητή από τους διαιτητές, ή ο ορισμός των διαιτητών ή του επιδιαιτητή από τρίτον δεν ανακαλείται.

Η βασική διαφορά της διαιτησίας σε σχέση με την διαμεσολάβηση είναι, ότι το διαιτητικό δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας εκδίδει την διαιτητική απόφαση ενώ κατά το πέρας μιας επιτυχούς διαμεσολάβησης τα μέρη καταλήγουν σε συμφωνία. Ο ουδέτερος τρίτος, δηλαδή, διαμεσολαβητής βοηθά τα μέρη να διαπραγμετευτούν και να οδηγηθούν σε μία κοινά αποδεκτή και βιώσιμη λύση σε σχέση με την μεταξύ τους διαφορά, χωρίς αυτός να αποφασίζει για λογαριασμό τους.

Με την Δικαστική Μεσολάβηση παρέχεται η δυνατότητα στους πολίτες να επιτύχουν αποτελεσματικότερη επίλυση των διαφορών τους, χωρίς προσφυγή στη δικαστηριακή διαδικασία.

Η προσφυγή στη Δικαστική Μεσολάβηση είναι προαιρετική, ώστε κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφεύγει στον κατά τόπο αρμόδιο δικαστή-μεσολαβητή, υποβάλλοντας γραπτώς το αίτημά του. Η διαδικασία περιλαμβάνει ξεχωριστές και κοινές ακροάσεις και συζητήσεις των μερών και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, με το μεσολαβητή δικαστή, ο οποίος και μπορεί να απευθύνει στα μέρη μη δεσμευτικές προτάσεις επίλυσης της διαφοράς. Παρέχεται η ευχέρεια στα δικαστήρια πρώτου ή δεύτερου βαθμού, να καλούν τα μέρη να προσφύγουν στη δικαστική μεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς τους και ταυτόχρονα να αναβάλλουν την εκδίκαση της υπόθεσης, σε σύντομη δικάσιμο. Στην εν λόγω διαδικασία ελλειίψει λεπτομερών ρυθμίσεων γίνεται ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3898/2010 για τη Διαμεσολάβηση, κατά συνέπεια με την προσφυγή στην Δικαστική Μεσολάβηση:

α) διακόπτεται η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως των αξιώσεων,

β) τηρούνται οι διαδικαστικοί κανόνες που παρέχουν τα εχέγγυα τήρησης της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών και

 γ) η συμφωνία, στην οποία κατέληξαν τα μέρη, αποτελεί εκτελεστό τίτλο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 904 παρ. 2 περ. γ’ ΚΠολΔ.

Η διαδικασία που καθιερώθηκε είναι απλή. Κατ΄αρχάς το ενδιαφερόμενο μέρος ενημερώνει το Δικαστή προφορικά, για την υπόθεσή του. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο προκειμένου να ελεχθεί, εάν το αντικείμενο είναι δεκτικό Μεσολάβησης, η εξουσία διαθέσεως των μερών κλπ. Κατόπιν υποβάλλεται αίτηση, όπου ο ενδιαφερόμενος περιγράφει συνοπτικά την υπόθεσή του. Στο φάκελο που καταθέτει, υποχρεωτικά περιέχει τα στοιχεία του ‘’αντιδίκου’’ του, καθώς και τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ο Δικαστής επικοινωνεί με το άλλο μέρος τηλεφωνικώς και του ορίζει ημέρα και ώρα συνάντησης, εντός μιας εβδομάδας . Την καθορισμένη ημέρα, όταν προσέρθει ο ‘’καθού ΄΄αντίδικος με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ενημερώνεται για το είδος της διαδικασίας και τις δυνατότητες που του παρέχει, ενώ και ο ίδιος εκθέτει τις απόψεις του. Ακολουθεί συνήθως μια κοινή συνάντηση των μερών, κατά την οποία γίνεται προσπάθεια να ανευρεθεί λύση, που να ικανοποιεί και τα δυο μέρη. Μπορεί να ακολουθήσουν και περισσότερες συναντήσεις. Εφόσον βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των μερών συντάσσουν ένα Πρακτικό Συμβιβασμού. Τα Πρακτικό, υπογράφεται από τα μέρη, τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και το Δικαστή Μεσολαβητή. Το πρωτότυπό του Πρακτικού κατατίθεται στη Γραμματεία, μαζί με ένα παράβολο του Δημοσίου 20 ευρώ.

Δεδομένων των ανωτέρω, τα μέρη μπορούν να προσφύγουν στην Δικαστική Μεσολάβηση για να επιλύσουν την διαφορά τους με συμφωνία με την βοήθεια ενός δικαστή που είναι διορισμένος στο κατά τόπον αρμόδιο Πρωτοδικείο, ενώ στην Διαμεσολάβηση τα μέρη επιλέγουν από κοινού τον Διαμεσολαβητή τους από τον δημόσιο κατάλογο των διαπιστευμένων διαμεσολαβητών που τηρείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (www.ministryofjustice.gr), καθώς επίσης και τον τόπο και τον χρονο διεξαγωγής της.

Επιλέγοντας οι διάδικοι την Συμβιβαστικη Επίλυση (ΚΠολΔ, αρ.214Α) για την επίλυση της διαφοράς τους, μπορούν να συμβιβάζονται, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και χωρίς να υφίσταται στάση της δίκης, όταν αντικείμενό της είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, για την οποία επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός.

Για το συμβιβασμό συντάσσεται πρακτικό (ατελώς), που περιλαμβάνει το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και τους τυχόν όρους υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί, καθώς και πρόβλεψη για τα δικαστικά έξοδα. Το πρακτικό συντάσσεται σε τόσα αντίτυπα όσοι και οι διάδικοι ή ομάδες διαδίκων, που αντιδικούν, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτούς ή από τους δικηγόρους τους, αν έχουν ειδική πληρεξουσιότητα. Κάθε διάδικος μπορεί, προσκομίζοντας το πρακτικό σε πρωτότυπο, να ζητήσει την επικύρωσή του από το δικαστή ή τον πρόεδρο του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή ή το ένδικο μέσο. Το πρακτικό επικυρώνεται αφού διαπιστωθεί ότι: α) η διαφορά είναι δεκτική συμβιβαστικής επίλυσης, β) το πρακτικό έχει υπογραφεί σύμφωνα με όσα προαναφέρονται και γ) από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το ποσό της οφειλόμενης παροχής, καθώς και οι τυχόν όροι εκπλήρωσής της. Αν η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, το πρακτικό αποτελεί από την επικύρωσή του τίτλο εκτελεστό και περιάπτεται με τον εκτελεστήριο τύπο από το αρμόδιο για την επικύρωσή του δικαστήριο. Αν η διαφορά έχει χαρακτήρα απλώς αναγνωριστικό, το πρακτικό αποδεικνύει το δικαίωμα. Με την επικύρωση του πρακτικού επέρχεται κατάργηση της δίκης. .

Κατά συνέπεια τα αντίδικα μέρη μπορούν να λύσουν την μεταξύ τους διαφορά συμβιβαστικά, προβαίνοντας παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων τους σε διαπραγματεύσεις, καταλήγοντας σε ένα ιδιωτικό πρακτικό συμβιβασμού ενώ στην Διαμεσολάβηση, εκτός από τα αντίδικα μέρη και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, λαμβάνει μέρος και ο ουδέτερος τρίτος Διαμεσολαβητής, ο οποίος βοηθά τα μέρη να διαπραγματευτούν, αποφορτίζει την ατμόσφαιρα και κατευνάζει τα πάθη, ώστε τα μέρη να οδηγηθούν μόνα τους σε συμφωνία επίλυσης της διαφοράς τους και μια εν γένει κοινά αποδεκτή και βιώσιμη λύση.

Όποιος έχει την πρόθεση να ασκήσει αγωγή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ.209 ΚΠολΔ, μπορεί πριν από την κατάθεσή της να ζητήσει τη συμβιβαστική επέμβαση του κατά τόπον αρμόδιου για την εκδίκαση της αγωγής Ειρηνοδίκη, έστω και αν αυτός είναι καθ' ύλην αναρμόδιος. Για το σκοπό αυτόν ή υποβάλλεται αίτηση προς τον Ειρηνοδίκη, στην οποία πρέπει να αναγράφεται συνοπτικά το αντικείμενο της διαφοράς, ή εμφανίζονται αυθόρμητα οι ενδιαφερόμενοι ενώπιόν του. Ο Ειρηνοδίκης, όταν υποβληθεί αίτηση συμβιβασμού, καλεί ενώπιόν του το συντομότερο σε ορισμένη ημέρα και ώρα όλους τους ενδιαφερομένους. Η πρόσκληση του Ειρηνοδίκη πρέπει να αναφέρει με συντομία τη διαφορά. Αν προσέλθουν αυθόρμητα όλοι οι ενδιαφερόμενοι, ο Ειρηνοδίκης μπορεί αμέσως να προχωρήσει σε συμβιβαστική επέμβαση. Η συμβιβαστική επέμβαση του Ειρηνοδίκη δεν είναι ανάγκη να γίνεται δημόσια, όμως για την επέμβαση αυτή τηρούνται πρακτικά. Ο Ειρηνοδίκης κατά την απόπειρα συμβιβασμού ή τη συμβιβαστική επέμβαση εξετάζει μαζί με τους ενδιαφερομένους ολόκληρη τη διαφορά χωρίς να δεσμεύεται από το ισχύον δικονομικό και ουσιαστικό δίκαιο, εκτιμά ελεύθερα τα διάφορα πραγματικά περιστατικά και προσπαθεί να βρει τρόπο συμβιβασμού. Ιδίως έχει το δικαίωμα να διατάζει αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, την προσαγωγή οποιουδήποτε εγγράφου, την προσωπική εμφάνιση των διαδίκων και μπορεί να εξετάζει μάρτυρες, έστω και χωρίς όρκο, και γενικά να ενεργεί οποιαδήποτε πράξη για να διευκρινιστεί η διαφορά. Ο συμβιβασμός μπορεί να αφορά ολόκληρη τη διαφορά ή μόνο μέρος της. Για τις ενέργειες του Ειρηνοδίκη προς συμβιβασμό γίνεται σύντομη αναφορά στα πρακτικά. Αν η απόπειρα συμβιβασμού ή η συμβιβαστική επέμβαση αποτύχουν, γίνεται σχετική αναφορά στα πρακτικά και σημειώνεται από τον ειρηνοδίκη ο λόγος της αποτυχίας. Αν επιτευχθεί συμβιβασμός, αναγράφονται λεπτομερώς στο πρακτικό όλοι οι όροι του.

Η οικογενειακή διαμεσολάβηση είναι η εξωδικαστική επίλυση οικογενειακών διαφορών με διαμεσολάβηση, δηλαδή η διαδικασία μέσω της οποίας προσφέρεται η δυνατότητα στα μέρη να καταλήξουν σε μία κοινά αποδεκτή και βιώσιμη συμφωνία σχετικά με την μεταξύ τους διαφορά με την βοήθεια του διαμεσολαβητή.

Με το Ν. 3898/2010 "Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις" εισήχθη στην Ελλάδα ο θεσμός της Διαμεσολάβησης, στον οποίο τα μέρη κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας δύνανται να προσφύγουν, εφόσον η διαφορά τους είναι αστικής ή εμπορικής φύσεως.

Είναι ο κλάδος το δικαίου που ρυθμίζει τις διαφορές μεταξύ ιδιωτών. Αποτελεί τμήμα του ιδιωτικού δικαίου και βάση των υπόλοιπων κλάδων αυτού. Ρυθμίζεται από τον ΑΚ και διαιρείται σε 5 μέρη, ειδικότερα τις Γενικές Αρχές, το ενοχικό, εμπράγματο, οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο.

Στην ελληνική έννομη τάξη υπάρχει πλέον σημαντικός αριθμός εναλλακτικών μεθόδων εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, που προσφέρουν την δυνατότητα στα αντίδικα μέρη να διευθετήσουν την μεταξύ τους διαφορά χωρίς να προσφύγουν στα δικαστήρια.

Έφη Κασιμάτη - Δικηγόρος - Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Λεωφ. Ηρακλείου 269, 14231 Νέα Ιωνία - τηλ. 2102724800 - κιν. 6934969699